Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complet
01
γεμάτος, πλήρης
qui est rempli au maximum, sans espace libre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus complet
συγκριτικός βαθμός
plus complet
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
complet
αρσενικό πληθυντικό
complets
θηλυκό ενικό
complète
θηλυκό πληθυντικό
complètes
Παραδείγματα
Le verre est complet jusqu' au bord.
Το ποτήρι είναι γεμάτο μέχρι την άκρη.
Le complet
01
κοστούμι, σορτσάκι
ensemble de vêtements pour homme comprenant un pantalon, une veste et souvent une veste sans manches appelée gilet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
complets
Παραδείγματα
Le vendeur conseille un complet adapté à la morphologie.
Ο πωλητής συμβουλεύει ένα κοστούμι προσαρμοσμένο στη μορφολογία.



























