Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compatible
01
συμβατός, συμβατός
capable de fonctionner ou d'exister ensemble sans conflit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus compatible
συγκριτικός βαθμός
plus compatible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
compatible
αρσενικό πληθυντικό
compatibles
θηλυκό ενικό
compatible
θηλυκό πληθυντικό
compatibles
Παραδείγματα
Nos emplois du temps ne sont pas compatibles pour une réunion cette semaine.
Τα προγράμματά μας δεν είναι συμβατά για μια συνάντηση αυτή την εβδομάδα.
Λεξικό Δέντρο
incompatible
compatible
compat



























