Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commémorer
01
απομνημονεύω, θυμάμαι δημοσίως
honorer ou se souvenir publiquement d'un événement ou d'une personne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commémore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commémorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commémorerai
ενεστώτα μετοχή
commémorant
παθητική μετοχή
commémoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commémorions
Παραδείγματα
Le pays commémore les victimes de la guerre chaque année.
Η χώρα αποτίει φόρο τιμής στα θύματα του πολέμου κάθε χρόνο.



























