commémorer
Pronunciation
/kɔmemɔʁˈe/

Ορισμός και σημασία του "commémorer"στα γαλλικά

commémorer
01

απομνημονεύω, θυμάμαι δημοσίως

honorer ou se souvenir publiquement d'un événement ou d'une personne
commémorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commémore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commémorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commémorerai
ενεστώτα μετοχή
commémorant
παθητική μετοχή
commémoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commémorions
Παραδείγματα
Une cérémonie a été organisée pour commémorer les anciens dirigeants.
Οργανώθηκε μια τελετή για να αποτίσει φόρο τιμής στους πρώην ηγέτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store