commémorer
commémorer
kɔmemɔʁe
kawmemawre
rediffuserferronnierredémarrerquadrupler

Ορισμός και σημασία του "commémorer"στα γαλλικά

commémorer
01

απομνημονεύω, θυμάμαι δημοσίως

honorer ou se souvenir publiquement d'un événement ou d'une personne 
commémorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
commémore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
commémorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
commémorerai
ενεστώτα μετοχή
commémorant
παθητική μετοχή
commémoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
commémorions
Παραδείγματα
Le pays commémore les victimes de la guerre chaque année. 

Η χώρα αποτίει φόρο τιμής στα θύματα του πολέμου κάθε χρόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store