Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combler
01
γεμίζω, γεμίζω πλήρως
remplir complètement un espace ou un vide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
comble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
comblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
comblerai
ενεστώτα μετοχή
comblant
παθητική μετοχή
comblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
comblions
Παραδείγματα
Il comble le trou avec du sable.
Γεμίζει την τρύπα με άμμο.
02
γεμίζω, ικανοποιώ
rendre quelqu'un très satisfait ou heureux
Παραδείγματα
Ses parents le comblent de cadeaux.
Οι γονείς του τον πλημμυρίζουν με δώρα.
03
ικανοποιώ, γεμίζω
satisfaire pleinement un besoin, un désir ou un sentiment
Παραδείγματα
Ce repas comble complètement sa faim.
Αυτό το γεύμα ικανοποιεί πλήρως την πείνα του.



























