le collégien
collégien
kɔleʒjɛ̃
kawlezhye

Ορισμός και σημασία του "collégien"στα γαλλικά

01

μαθητής γυμνασίου, φοιτητής κολλεγίου

élève qui fréquente le collège (école secondaire de 11 à 15 ans) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
collégiens
αρσενικό ενικό
collégien
θηλυκό ενικό
collégienne
neutral form
élève du collège
Παραδείγματα
Les collégiens ont cours de 8h à 16h. 

Οι μαθητές του γυμνασίου έχουν μαθήματα από τις 8:00 έως τις 16:00.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store