le cliché
Pronunciation
/kliʃe/

Ορισμός και σημασία του "cliché"στα γαλλικά

01

κλισέ, στερεότυπο

idée, expression ou représentation trop répétée, devenue prévisible ou sans originalité
le cliché definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clichés
Παραδείγματα
Le personnage principal est un cliché du héros classique.
Ο κύριος χαρακτήρας είναι ένα κλισέ του κλασικού ήρωα.
02

φωτογραφία, εικόνα

image obtenue à partir d'un négatif ou d'un dispositif photographique, souvent utilisée pour désigner une photo particulière
Παραδείγματα
Les touristes prennent toujours des clichés devant le monument.
Οι τουρίστες βγάζουν πάντα φωτογραφίες μπροστά στο μνημείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store