Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cliché
01
κλισέ, στερεότυπο
idée , expression ou représentation trop répétée, devenue prévisible ou sans originalité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clichés
Παραδείγματα
Son discours est rempli de clichés sur le bonheur.
Η ομιλία του είναι γεμάτη κλισέ για την ευτυχία.
02
φωτογραφία, εικόνα
image obtenue à partir d'un négatif ou d'un dispositif photographique, souvent utilisée pour désigner une photo particulière
Παραδείγματα
Ce cliché de la cathédrale est très réussi.
Αυτή η φωτογραφία του καθεδρικού ναού είναι πολύ επιτυχημένη.



























