Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cintre
01
κρεμάστρα, κρεμαστάρι
support en forme d'épaule utilisé pour suspendre les vêtements dans une armoire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cintres
Παραδείγματα
J'ai accroché ma veste sur un cintre.
Κρέμασα το σακάκι μου σε μια κρεμάστρα.
02
πύργος πτήσης, σάντρ
espace en hauteur, dans une salle de spectacle, utilisé pour lever, baisser ou stocker les éléments de décor
Παραδείγματα
Les décors sont rangés dans les cintres entre deux actes.
Τα σκηνικά αποθηκεύονται στον υπερκείμενο χώρο μεταξύ δύο πράξεων.



























