le chœur
chœur
kœʁ
koer
sueurlueurrameurbeur

Ορισμός και σημασία του "chœur"στα γαλλικά

01

χορωδία, πρεσβυτέριο

partie de l'église se tient le clergé et se trouvent souvent l'autel et le sanctuaire, généralement entre la nef et l'abside 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chœurs
Παραδείγματα
Le chœur de la cathédrale est richement décoré. 

Ο χορωδιακός χώρος του καθεδρικού ναού είναι πλούσια διακοσμημένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store