le chuchotement
chuchotement
ʃyʃɔtmɑ̃
shyshawtmaa

Ορισμός και σημασία του "chuchotement"στα γαλλικά

Le chuchotement
01

ψίθυρος, μουρμουρητό

action de parler en murmurant, presque en secret 
le chuchotement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chuchotements
Παραδείγματα
Le chuchotement des élèves gênait le professeur. 

Ο ψίθυρος των μαθητών ενοχλούσε τον δάσκαλο.

02

ψίθυρος, θρόισμα

son faible, continu et délicat, comme un murmure de la nature 
Παραδείγματα
Le chuchotement des feuilles sous la pluie. 

Ο ψίθυρος των φύλλων κάτω από τη βροχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store