la chorale
chorale
kɔʁal
kawral
moralefloralmoraloral

Ορισμός και σημασία του "chorale"στα γαλλικά

01

χορωδία, χορευτική ομάδα

groupe de personnes qui chantent ensemble 
la chorale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chorales
Παραδείγματα
La chorale de l'école donnera un concert demain. 

Η σχολική χορωδία θα δώσει συναυλία αύριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store