le chirurgien
chirurgien
ʃiʁyʁʒjɛ̃
shiryrzhye

Ορισμός και σημασία του "chirurgien"στα γαλλικά

01

χειρουργός

personne qui fait des opérations médicales pour soigner des blessures ou des maladies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chirurgiens
αρσενικό ενικό
chirurgien
θηλυκό ενικό
chirurgienne
neutral form
chirurgien
Παραδείγματα
Le chirurgien a réussi l'opération. 

Ο χειρουργός πέτυχε την επέμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store