la chaudière
chau
ʃɔ
shaw
dière
ˈdjɛ:ʁ
dyer
chaumièrecharnièrechatière

Ορισμός και σημασία του "chaudière"στα γαλλικά

01

λέβητας, θερμοσίφωνας

appareil ou grand récipient servant à chauffer de l'eau ou à produire de la vapeur, notamment pour le chauffage ou des usages industriels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chaudières
Παραδείγματα
La chaudière fournit l'eau chaude de tout l'immeuble. 

Η λέβητας παρέχει ζεστό νερό σε όλο το κτίριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store