Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chasse
01
κυνήγι, θήρα
activité consistant à poursuivre et capturer des animaux sauvages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La chasse est interdite dans cette réserve naturelle.
Το κυνήγι απαγορεύεται σε αυτό το φυσικό καταφύγιο.
02
καζανάκι τουαλέτας, μηχανισμός εκκένωσης
mécanisme de rinçage des toilettes qui libère un flux d'eau rapide
Παραδείγματα
La chasse d'eau ne s'arrête pas de couler.
Η καζαμάρα δεν σταματά να τρέχει.



























