la chasse
chasse
ʃɑs
shaas
classecrassechastecasse

Ορισμός και σημασία του "chasse"στα γαλλικά

01

κυνήγι, θήρα

activité consistant à poursuivre et capturer des animaux sauvages 
la chasse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La chasse est interdite dans cette réserve naturelle. 

Το κυνήγι απαγορεύεται σε αυτό το φυσικό καταφύγιο.

02

καζανάκι τουαλέτας, μηχανισμός εκκένωσης

mécanisme de rinçage des toilettes qui libère un flux d'eau rapide 
la chasse definition and meaning
Παραδείγματα
La chasse d'eau ne s'arrête pas de couler. 

Η καζαμάρα δεν σταματά να τρέχει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store