Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La charnière
01
μεντεσές, άρθρωση
pièce mécanique articulée reliant deux éléments, permettant l'ouverture et la fermeture de l'un par rapport à l'autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
charnières
Παραδείγματα
Les charnières doivent être graissées régulièrement.
Οι μεντεσέδες πρέπει να λιπαίνονται τακτικά.
charnière
01
θεμελιώδης, κρίσιμος
qui constitue un point de transition essentiel ou un élément déterminant dans une évolution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
charnière
αρσενικό πληθυντικό
charnières
θηλυκό ενικό
charnière
θηλυκό πληθυντικό
charnières
Παραδείγματα
Ce moment charnière marque un tournant historique.
Αυτή η κρίσιμη στιγμή σηματοδοτεί ένα ιστορικό σημείο καμπής.



























