charmeur
char
ʃaʁ
σαρ
meur
mœʁ
μœρ
chargeurchanteurchasseurcharmer

Ορισμός και σημασία του "charmeur"στα γαλλικά

01

γοητευτικός, γοητευτικός

qui plaît et attire facilement les autres 
charmeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus charmeur
συγκριτικός βαθμός
plus charmeur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
charmeur
αρσενικό πληθυντικό
charmeurs
θηλυκό ενικό
charmeuse
θηλυκό πληθυντικό
charmeuses
θεματικό πεδίο
personnalité, social, attraction
Παραδείγματα
Il est très charmeur et attire l'attention de tous. 

Είναι πολύ γοητευτικός και προσελκύει την προσοχή όλων.

01

γοητευτής, αποπλανητής

individu qui séduit facilement, souvent par son attitude ou ses paroles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
charmeurs
αρσενικό ενικό
charmeur
θηλυκό ενικό
charmeuse
Παραδείγματα
Un charmeur peut manipuler les gens avec ses mots. 

Ένας γοητευτής μπορεί να χειραγωγήσει τους ανθρώπους με τα λόγια του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store