Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chambre
01
υπνοδωμάτιο, κρεβατοκάμαρα
pièce dans une maison où l'on peut dormir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chambres
Παραδείγματα
Elle dort dans sa chambre tous les soirs.
Κοιμάται στο δωμάτιό της κάθε βράδυ.
02
αίθουσα, βουλή
lieu où les membres d'une assemblée se réunissent
Παραδείγματα
La chambre des députés se réunit aujourd'hui.
Η αίθουσα των βουλευτών συνεδριάζει σήμερα.
03
αίθουσα δικαστηρίου, δικαστήριο
salle ou pièce où se tiennent des audiences judiciaires
Παραδείγματα
La chambre des mises en accusation est fermée aujourd'hui.
Η αίθουσα των κατηγοριών είναι κλειστή σήμερα.
04
δωμάτιο, αίθουσα
mot utilisé dans des expressions pour désigner un type de pièce ou un lieu spécifique dans une maison
Παραδείγματα
Une chambre froide est une pièce pour conserver les aliments.
Ένα κρύο δωμάτιο είναι ένα δωμάτιο για τη διατήρηση τροφίμων.



























