le cerf
cerf
sɛʁ
ser

Ορισμός και σημασία του "cerf"στα γαλλικά

01

ελάφι, ζαρκάδι

grand mammifère herbivore vivant dans les forêts, avec de grands bois sur la tête 
le cerf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cerfs
αρσενικό ενικό
cerf
θηλυκό ενικό
biche
neutral form
cervidé
Παραδείγματα
Le cerf court très vite dans la forêt. 

Το ελάφι τρέχει πολύ γρήγορα στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store