le cerceau
cer
sɛʁ
ser
ceau
so
so
cerveau

Ορισμός και σημασία του "cerceau"στα γαλλικά

01

στέφανος, δαχτυλίδι

grand anneau rond avec lequel on joue ou que l'on fait tourner autour du corps 
le cerceau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cerceaux
Παραδείγματα
L'enfant fait tourner le cerceau autour de sa taille. 

Το παιδί περιστρέφει το χούλα χουπ γύρω από τη μέση του.

02

κρίκος, δαχτυλίδι

anneau souple ou métallique placé dans une jupe pour la maintenir évasée 
Παραδείγματα
Le cerceau de la jupe s'est tordu et devait être remplacé. 

Ο κρίκος της φούστας στραβώθηκε και έπρεπε να αντικατασταθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store