Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cerceau
[gender: masculine]
01
στέφανος, δαχτυλίδι
grand anneau rond avec lequel on joue ou que l'on fait tourner autour du corps
Παραδείγματα
Les gymnastes utilisent souvent un cerceau dans leurs chorégraphies.
Οι γυμναστές χρησιμοποιούν συχνά ένα στέφανο στις χορογραφίες τους.
02
κρίκος, δαχτυλίδι
anneau souple ou métallique placé dans une jupe pour la maintenir évasée
Παραδείγματα
Un cerceau cassé peut déformer toute la jupe.
Ένας σπασμένος κρίκος μπορεί να παραμορφώσει ολόκληρη τη φούστα.



























