la centrale
Pronunciation
/sɑ̃tʁˈal/

Ορισμός και σημασία του "centrale"στα γαλλικά

01

ηλεκτρικός σταθμός, μονάδα παραγωγής ενέργειας

installation industrielle qui produit de l'énergie, surtout de l'électricité
la centrale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
centrales
Παραδείγματα
Le gouvernement veut construire une nouvelle centrale solaire.
Η κυβέρνηση θέλει να κατασκευάσει ένα νέο ηλιακό εργοστάσιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store