Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cataracte
01
καταρράκτης, καταρράχτης
chute d'eau importante et puissante dans une rivière ou un fleuve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cataractes
Παραδείγματα
La cataracte du Niagara est célèbre dans le monde entier.
Το καταρράκτη του Νιαγάρα είναι διάσημος σε όλο τον κόσμο.
02
καταρράκτης, θολώση του φακού
opacification du cristallin de l'œil entraînant une diminution progressive de la vision
Παραδείγματα
La cataracte est fréquente chez les personnes âgées.
Ο καταρράκτης είναι συχνός στους ηλικιωμένους.



























