Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le caserne de pompiers
01
πυροσβεστικός σταθμός, πυροσβεστική στρατώνα
bâtiment ou ensemble de bâtiments où vivent et travaillent les pompiers, et où sont garés les camions et engins d'incendie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
casernes de pompiers
Παραδείγματα
La caserne de pompiers se situe près du centre-ville.
Η πυροσβεστική υπηρεσία βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης.



























