la carie
Pronunciation
/kaʁˈi/

Ορισμός και σημασία του "carie"στα γαλλικά

01

τερηδόνα, τρύπα στο δόντι

dégradation ou trou dans une dent causé par une infection bactérienne
la carie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
caries
Παραδείγματα
Les enfants sont souvent touchés par les caries.
Τα παιδιά επηρεάζονται συχνά από την τερηδόνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store