le caricaturiste
caricaturiste

Ορισμός και σημασία του "caricaturiste"στα γαλλικά

Le caricaturiste
01

καλλιτέχνης καρικατούρας, καλλιτέχνης σατιρικών σχεδίων

artiste qui crée des caricatures, souvent en exagérant certains traits pour un effet humoristique, satirique ou critique 
le caricaturiste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
caricaturistes
αρσενικό ενικό
caricaturiste
θηλυκό ενικό
caricaturiste
Παραδείγματα
Le caricaturiste a croqué plusieurs personnalités politiques. 

Ο καρικατουρίστας σκίτσαρε πολλές πολιτικές προσωπικότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store