Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carapace
01
όστρακο, κέλυφος
coque rigide formée de plaques ou de chitine servant de protection à certains animaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carapaces
Παραδείγματα
La tortue rentre la tête dans sa carapace quand elle a peur.
Η χελώνα τραβάει το κεφάλι της στο καβούκι της όταν φοβάται.
02
κέλυφος, επικάλυψη
couverture ou structure dure servant à protéger une machine, un véhicule ou un appareil
Παραδείγματα
La carapace du sous-marin résiste à la pression de l'eau.
Το κέλυφος του υποβρυχίου αντιστέκεται στην πίεση του νερού.



























