caqueter
Pronunciation
/kaktˈe/

Ορισμός και σημασία του "caqueter"στα γαλλικά

caqueter
01

κακαρίζω, κακαρίζω

pousser le cri d'une poule, surtout en pondant ou en bavardant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
caquette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
caquetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
caquetterai
παθητική μετοχή
caquetté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
caquetions
Παραδείγματα
On entend les poules qui caquettent dès le matin.
Ακούμε τις κότες που κακαρίζουν από το πρωί.
02

κακαρίζω, φλυαρώ

parler beaucoup et de façon frivole
Παραδείγματα
La voisine caquette dès qu' elle voit quelqu' un passer.
Η γειτόνισσα κουβεντιάζει μόλις δει κάποιον να περνάει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store