Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caqueter
01
κακαρίζω, κακαρίζω
pousser le cri d'une poule, surtout en pondant ou en bavardant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
caquette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
caquetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
caquetterai
παθητική μετοχή
caquetté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
caquetions
Παραδείγματα
La poule caquette après avoir pondu un œuf.
Η κότα κακαρίζει αφού γεννήσει ένα αυγό.
02
κακαρίζω, φλυαρώ
parler beaucoup et de façon frivole
Παραδείγματα
Elle caquette toute la soirée avec ses amies.
Αυτή κουβεντιάζει όλο το βράδυ με τις φίλες της.



























