Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caqueter
01
κακαρίζω, κακαρίζω
pousser le cri d'une poule, surtout en pondant ou en bavardant
Παραδείγματα
On entend les poules qui caquettent dès le matin.
Ακούμε τις κότες που κακαρίζουν από το πρωί.
02
κακαρίζω, φλυαρώ
parler beaucoup et de façon frivole
Παραδείγματα
La voisine caquette dès qu' elle voit quelqu' un passer.
Η γειτόνισσα κουβεντιάζει μόλις δει κάποιον να περνάει.



























