Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capsule
01
κάψουλα, φαρμακευτική κάψουλα
enveloppe contenant un médicament sous forme de poudre ou de liquide, destinée à être avalée
Παραδείγματα
Le patient doit prendre une capsule par jour.
Ο ασθενής πρέπει να παίρνει μία κάψουλα την ημέρα.
02
καπάκι, πώμα
bouchon ou couvercle qui ferme une bouteille ou un flacon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capsules
Παραδείγματα
Le flacon est fermé avec une capsule en plastique.
Το φιαλίδιο είναι κλεισμένο με ένα πλαστικό καπάκι.
03
διαστημική κάψουλα, διαστημόπλοιο
véhicule spatial de petite taille conçu pour transporter des astronautes ou du matériel dans l'espace
Παραδείγματα
La capsule spatiale revient sur Terre après sa mission.
Η διαστημική κάψουλα επιστρέφει στη Γη μετά την αποστολή της.



























