Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capricieux
01
καπρίτσιος, ασταθής
qui change de manière imprévisible ou instable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus capricieux
συγκριτικός βαθμός
plus capricieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
capricieux
αρσενικό πληθυντικό
capricieux
θηλυκό ενικό
capricieuse
θηλυκό πληθυντικό
capricieuses
Παραδείγματα
Le climat capricieux rend les récoltes difficiles.
Το ασταθές κλίμα καθιστά τις συγκομιδές δύσκολες.
02
ασταθής, ευμετάβλητος
qui change souvent d'humeur ou de comportement
Παραδείγματα
Il est capricieux et change d'avis constamment.
Είναι ιδιότροπος και αλλάζει συνεχώς γνώμη.
Le capricieux
01
ασταθής άνθρωπος, ευμετάβλητο άτομο
personne qui change souvent d'humeur ou de désir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
capricieux
Παραδείγματα
Un capricieux refuse souvent ce qu'il avait demandé.
Ένα ιδιότροπο άτομο συχνά αρνείται αυτό που είχε ζητήσει.



























