le cantaloup
cantaloup
kɑ̃talup
kaataloop

Ορισμός και σημασία του "cantaloup"στα γαλλικά

01

πεπόνι, κανταλούπι

melon à chair orange sucrée 
le cantaloup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cantaloups
Παραδείγματα
Elle mange du cantaloup bien mûr au petit-déjeuner. 

Τρώει πεπόνι καλά ώριμο στο πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store