Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le canon
[gender: masculine]
01
κανόνι, πυροβόλο
grosse arme lançant des projectiles
Παραδείγματα
Le bruit du canon effrayait les habitants.
Ο θόρυβος του κανόνι τρόμαζε τους κατοίκους.
02
κάννη, σωλήνας
partie longue et cylindrique d'une arme d'où sort le projectile
Παραδείγματα
Le canon surchauffait après plusieurs tirs.
Ο κάννος υπερθερμαινόταν μετά από αρκετές βολές.
03
κανόνας, πρότυπο
modèle de référence, ce qui est considéré comme parfait ou idéal
Παραδείγματα
Un canon esthétique domine toute la collection.
Ένα αισθητικό κανόνα κυριαρχεί σε όλη τη συλλογή.



























