le canon
Pronunciation
/kanɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "canon"στα γαλλικά

Le canon
[gender: masculine]
01

κανόνι, πυροβόλο

grosse arme lançant des projectiles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
canons
Παραδείγματα
Le bruit du canon effrayait les habitants.
Ο θόρυβος του κανόνι τρόμαζε τους κατοίκους.
02

κάννη, σωλήνας

partie longue et cylindrique d'une arme d'où sort le projectile
Παραδείγματα
Le canon surchauffait après plusieurs tirs.
Ο κάννος υπερθερμαινόταν μετά από αρκετές βολές.
03

κανόνας, πρότυπο

modèle de référence, ce qui est considéré comme parfait ou idéal
Παραδείγματα
Un canon esthétique domine toute la collection.
Ένα αισθητικό κανόνα κυριαρχεί σε όλη τη συλλογή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store