Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La candidature
[gender: feminine]
01
υποψηφιότητα, αίτηση
fait de se présenter pour un poste, une élection ou une place
Παραδείγματα
Cette candidature est très prometteuse.
Αυτή η υποψηφιότητα είναι πολλά υποσχόμενη.



























