Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La canicule
01
κύμα καύσωνα, καύσωνας
période de chaleur très forte et prolongée, souvent en été
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
canicule
Παραδείγματα
La canicule de cet été a duré deux semaines.
Το κύμα καύσωνα αυτού του καλοκαιριού διήρκεσε δύο εβδομάδες.



























