Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La canicule
[gender: feminine]
01
κύμα καύσωνα, καύσωνας
période de chaleur très forte et prolongée, souvent en été
Παραδείγματα
La canicule est un phénomène fréquent en juillet et août.
Το κύμα καύσωνα είναι ένα συχνό φαινόμενο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.



























