la caméra
caméra
kamɛʁa
kamera

Ορισμός και σημασία του "caméra"στα γαλλικά

01

κάμερα, βιντεοκάμερα

appareil utilisé pour enregistrer des images ou des vidéos 
la caméra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
caméras
Παραδείγματα
La caméra est posée sur le trépied. 

Η κάμερα είναι τοποθετημένη στο τρίποδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store