Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
camper
01
κατασκηνώνω, στηλίζω σκηνή
installer un camp, souvent avec une tente, pour dormir en plein air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
campe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
campons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
camperai
ενεστώτα μετοχή
campant
παθητική μετοχή
campé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
campions
Παραδείγματα
Nous allons camper au bord du lac ce week-end.
Θα κατασκηνώσουμε στην όχθη της λίμνης αυτό το Σαββατοκύριακο.



























