calorique

Ορισμός και σημασία του "calorique"στα γαλλικά

01

θερμιδικός, υψηλών θερμίδων

qui contient beaucoup de calories, susceptible d'apporter beaucoup d'énergie
calorique definition and meaning
example
Παραδείγματα
Il suit un régime pour réduire les aliments trop caloriques.
Ακολουθεί μια δίαιτα για να μειώσει τα πολύ θερμιδικά τρόφιμα.
02

θερμιδικός, ενεργειακός

qui produit de la chaleur ou de l'énergie lorsqu'il est consommé ou utilisé
example
Παραδείγματα
Le lait chaud est un aliment calorique apprécié le soir.
Το ζεστό γάλα είναι ένα θερμιδικό τρόφιμο που εκτιμάται το βράδυ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store