cambrioler
Pronunciation
/kɑ̃bʀijɔle/

Ορισμός και σημασία του "cambrioler"στα γαλλικά

cambrioler
01

διαρρηγνύω, κλέβω

entrer illégalement dans un lieu pour voler des objets
cambrioler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cambriole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cambriolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cambriolerai
ενεστώτα μετοχή
cambriolant
παθητική μετοχή
cambriolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cambriolions
Παραδείγματα
Les voleurs ont cambriolé plusieurs appartements.
Οι κλέφτες διέρρηξαν πολλά διαμερίσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store