le budget
Pronunciation
/bydʒɛ/

Ορισμός και σημασία του "budget"στα γαλλικά

Le budget
[gender: masculine]
01

προϋπολογισμός, προϋπολογισμός

estimation de l'argent qu'on peut dépenser ou recevoir
le budget definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
budgets
Παραδείγματα
Le gouvernement annonce un budget important.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει ένα σημαντικό προϋπολογισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store