le budget
bu
bu
dget
ʤɛ
je

Ορισμός και σημασία του "budget"στα γαλλικά

01

προϋπολογισμός, προϋπολογισμός

estimation de l'argent qu'on peut dépenser ou recevoir 
le budget definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
budgets
Παραδείγματα
Le budget du projet est très serré. 

Ο προϋπολογισμός του έργου είναι πολύ σφιχτός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store