Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La brosse à dents
[gender: feminine]
01
οδοντόβουρτσα, βούρτσα για καθαρισμό δοντιών
objet utilisé pour nettoyer les dents
Παραδείγματα
Une bonne brosse à dents aide à garder les dents propres.
Μια καλή οδοντόβουρτσα βοηθά να διατηρούνται τα δόντια καθαρά.



























