le bronzage
bronzage
bʁɔ̃zaʒ
brawzazh
brossagebrochage

Ορισμός και σημασία του "bronzage"στα γαλλικά

01

μαύρισμα, καφετιά

action de bronzer la peau au soleil ou sous des lampes artificielles 
le bronzage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il adore le bronzage sur la plage en été. 

Λατρεύει το μαύρισμα στην παραλία το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store