bri
bri
bʁi
μπρι
ze
ζε
braiséboisébridébrasé

Ορισμός και σημασία του "brisé"στα γαλλικά

01

σπασμένος, εξαντλημένος

qui est rendu faible, épuisé, tremblant 
brisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brisé
συγκριτικός βαθμός
plus brisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brisé
αρσενικό πληθυντικό
brisés
θηλυκό ενικό
brisée
θηλυκό πληθυντικό
brisées
θεματικό πεδίο
état, émotion, santé
Παραδείγματα
Sa voix brisée révélait son émotion. 

Η ραγισμένη φωνή του αποκάλυπτε το συναίσθημά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store