briller
Pronunciation
/bʀije/

Ορισμός και σημασία του "briller"στα γαλλικά

briller
01

λάμπω

émettre ou réfléchir une lumière vive
briller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brillerai
ενεστώτα μετοχή
brillant
παθητική μετοχή
brillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brillions
Παραδείγματα
Ce diamant brille d' un éclat exceptionnel.
Αυτός ο διαμάντι λάμπει με εξαιρετική λάμψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store