briller
briller
bʁije
briye
braillerbâiller

Ορισμός και σημασία του "briller"στα γαλλικά

briller
01

λάμπω

émettre ou réfléchir une lumière vive 
briller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brillerai
ενεστώτα μετοχή
brillant
παθητική μετοχή
brillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brillions
Παραδείγματα
Le soleil brille intensément aujourd'hui. 

Ο ήλιος λάμπει έντονα σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store