Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
briller
01
λάμπω
émettre ou réfléchir une lumière vive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brillerai
ενεστώτα μετοχή
brillant
παθητική μετοχή
brillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brillions
Παραδείγματα
Le soleil brille intensément aujourd'hui.
Ο ήλιος λάμπει έντονα σήμερα.



























