Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
briller
01
λάμπω
émettre ou réfléchir une lumière vive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brillerai
ενεστώτα μετοχή
brillant
παθητική μετοχή
brillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brillions
Παραδείγματα
Ce diamant brille d' un éclat exceptionnel.
Αυτός ο διαμάντι λάμπει με εξαιρετική λάμψη.



























