Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bridé
01
χαλιναγωγημένος, με χαλινό
qui porte un bridon, c'est-à-dire un équipement pour contrôler un animal, souvent un cheval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bridé
αρσενικό πληθυντικό
bridés
θηλυκό ενικό
bridée
θηλυκό πληθυντικό
bridées
Παραδείγματα
Les chevaux bridés sont prêts pour le spectacle.
Τα χαλιναγωγημένα άλογα είναι έτοιμα για την παράσταση.
02
περιορισμένος, συγκρατημένος
qui est limité dans ses actions, ses mouvements ou ses possibilités ; contenu ou retenu
Παραδείγματα
Le développement du projet est bridé par le manque de budget.
Η ανάπτυξη του έργου περιορίζεται από την έλλειψη προϋπολογισμού.



























