brasser

Ορισμός και σημασία του "brasser"στα γαλλικά

brasser
01

ανακατεύω δυνατά, αναμιγνύω

mélanger fortement un liquide ou une substance pour obtenir une préparation homogène
brasser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brasserai
παθητική μετοχή
brassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brassions
Παραδείγματα
La cuisinière a dit à la stagiaire de bien brasser la sauce.
Η μάγειρας είπε στην πρακτική άσκηση να ανακατέψει καλά τη σάλτσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store