Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brasser
01
ανακατεύω δυνατά, αναμιγνύω
mélanger fortement un liquide ou une substance pour obtenir une préparation homogène
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
brasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
brassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brasserai
παθητική μετοχή
brassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
brassions
Παραδείγματα
Il faut brasser la pâte avant de la laisser reposer.
Πρέπει να ζυμώσετε τη ζύμη πριν την αφήσετε να ξεκουραστεί.



























