branché
branché
bʁɑ̃ʃe
braashe
brancher

Ορισμός και σημασία του "branché"στα γαλλικά

01

της μόδας, trendy

qui est à la mode, élégant, ou très tendance 
branché definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus branché
συγκριτικός βαθμός
plus branché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
branché
αρσενικό πληθυντικό
branchés
θηλυκό ενικό
branchée
θηλυκό πληθυντικό
branchées
Παραδείγματα
Il porte toujours des vêtements très branchés. 

Φοράει πάντα πολύ μόδα ρούχα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store