Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La boîte
01
κουτί, δοχείο
récipient rigide pour contenir des objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
boîtes
02
νυχτερινό κλαμπ, ντισκοτέκ
endroit où on danse et écoute de la musique la nuit
03
κονσέρβα, κουτί
conserve alimentaire présentée dans un récipient en métal
04
εταιρεία, επιχείρηση
entreprise ou lieu où l'on travaille



























