Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boxer
01
μποξάρω, πολεμώ με τις γροθιές
se battre avec les poings dans un sport appelé la boxe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
boxe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
boxons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boxerai
παθητική μετοχή
boxé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
boxions
Παραδείγματα
Il aime boxer avec ses amis pour s'entraîner.
Του αρέσει να κάνει πυγμαχία με τους φίλους του για να προπονηθεί.
Le boxer
01
μπόξερ, σκύλος μπόξερ
chien de taille moyenne, musclé et énergique, au museau court et au caractère joueur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boxers
Παραδείγματα
Le boxer de Paul adore courir dans le jardin.
Ο μπόξερ του Πολ λατρεύει να τρέχει στον κήπο.



























