Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boxer
01
μποξάρω, πολεμώ με τις γροθιές
se battre avec les poings dans un sport appelé la boxe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
boxe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
boxons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boxerai
παθητική μετοχή
boxé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
boxions
Παραδείγματα
Ils ont boxé pendant trois rounds sans se fatiguer.
Μποξάρισαν για τρεις γύρους χωρίς να κουραστούν.
Le boxer
01
μπόξερ, σκύλος μπόξερ
chien de taille moyenne, musclé et énergique, au museau court et au caractère joueur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boxers
Παραδείγματα
Les enfants jouent souvent avec le boxer de la famille.
Τα παιδιά παίζουν συχνά με το μπόξερ της οικογένειας.



























