Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bourse
[gender: feminine]
01
υποτροφία, επίδομα σπουδών
aide financière donnée à un étudiant pour payer ses études
Παραδείγματα
Grâce à sa bourse, elle peut se consacrer pleinement à ses recherches.
Χάρη στη υποτροφία της, μπορεί να αφιερωθεί πλήρως στην έρευνά της.
02
πορτοφόλι, τσάντα
petit sac ou pochette utilisé pour contenir de l'argent ou de petits objets
Παραδείγματα
J' ai trouvé une petite bourse sous la table.
Βρήκα ένα μικρό πορτοφόλι κάτω από το τραπέζι.
03
χρηματιστήριο, χρηματιστήριο αξιών
marché où l'on achète et vend des actions et des valeurs financières
Παραδείγματα
Les grandes entreprises sont cotées à la Bourse.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.



























