Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le boulanger
01
φούρναρης, αρτοποιός
personne qui fabrique et vend du pain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boulangers
αρσενικό ενικό
boulanger
θηλυκό ενικό
boulangère
neutral form
artisan
Παραδείγματα
Le boulanger prépare le pain chaque matin.
Ο φούρναρης ετοιμάζει το ψωμί κάθε πρωί.
LanGeek



























