Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le boulanger
[female form: boulangère][gender: masculine]
01
φούρναρης, αρτοποιός
personne qui fabrique et vend du pain
Παραδείγματα
Mon oncle est boulanger depuis vingt ans.
Ο θείος μου είναι φούρναρης εδώ και είκοσι χρόνια.



























