le boulanger
boulanger
bulɑ̃ʒe
boolaazhe

Ορισμός και σημασία του "boulanger"στα γαλλικά

01

φούρναρης, αρτοποιός

personne qui fabrique et vend du pain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boulangers
αρσενικό ενικό
boulanger
θηλυκό ενικό
boulangère
neutral form
artisan
Παραδείγματα
Le boulanger prépare le pain chaque matin. 

Ο φούρναρης ετοιμάζει το ψωμί κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store