borné
bo
baw
rné
ʁne
rne
berné

Ορισμός και σημασία του "borné"στα γαλλικά

01

στενόμυαλος, ανοχή

qui a un esprit fermé, qui manque d'ouverture d'esprit et de tolérance 
borné definition and meaning
Παραδείγματα
Il est trop borné pour comprendre les autres opinions. 

Είναι πολύ στενόμυαλος για να καταλάβει τις άλλες απόψεις.

02

περιορισμένος, περιορισμένος

qui est limité, restreint dans ses capacités, ses idées ou son champ d'action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus borné
συγκριτικός βαθμός
plus borné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
borné
αρσενικό πληθυντικό
bornés
θηλυκό ενικό
bornée
θηλυκό πληθυντικό
bornées
Παραδείγματα
Son horizon est très borné par ses expériences. 

Ο ορίζοντάς του είναι πολύ περιορισμένος από τις εμπειρίες του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store