Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
borné
01
στενόμυαλος, ανοχή
qui a un esprit fermé, qui manque d'ouverture d'esprit et de tolérance
Παραδείγματα
Il est trop borné pour comprendre les autres opinions.
Είναι πολύ στενόμυαλος για να καταλάβει τις άλλες απόψεις.
02
περιορισμένος, περιορισμένος
qui est limité, restreint dans ses capacités, ses idées ou son champ d'action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus borné
συγκριτικός βαθμός
plus borné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
borné
αρσενικό πληθυντικό
bornés
θηλυκό ενικό
bornée
θηλυκό πληθυντικό
bornées
Παραδείγματα
Son horizon est très borné par ses expériences.
Ο ορίζοντάς του είναι πολύ περιορισμένος από τις εμπειρίες του.



























